Τραχηλίτιδα
Η τραχηλίτιδα είναι φλεγμονή του τραχήλου της μήτρας, που συνήθως προκαλείται από λοίμωξη ή τραυματισμό στην περιοχή. Πρόκειται για μια πολύ συχνή πάθηση στις γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας.
Τα βασικά συμπτώματα περιλαμβάνουν αυξημένες κολπικές εκκρίσεις, συχνά με δυσάρεστη οσμή, ερυθρότητα, και πόνο στον τράχηλο, ανάλογα με το μικρόβιο που ευθύνεται για τη φλεγμονή.
Η διάγνωση επιβεβαιώνεται συνήθως με δύο εξετάσεις:
- το τεστ Παπανικολάου (Pap test)
- την καλλιέργεια κολπικού / ενδοτραχηλικού υγρού, που εντοπίζει το παθογόνο μικρόβιο ώστε να επιλεγεί η κατάλληλη θεραπεία.
Η θεραπευτική αντιμετώπιση στοχεύει στην εξάλειψη του αιτίου που προκάλεσε τη φλεγμονή. Η τραχηλίτιδα μπορεί να μεταδοθεί από τον έναν σεξουαλικό σύντροφο στον άλλον κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής επαφής.
Η πάθηση αυτή ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά τη γονιμότητα, καθώς η τραχηλική βλέννα γίνεται πιο πυκνή, όξινη και μολυσμένη, γεγονός που μπορεί να εμποδίσει ή να καταστρέψει το σπέρμα. Αν δεν αντιμετωπιστεί έγκαιρα, η τραχηλίτιδα μπορεί να γίνει χρόνια και να οδηγήσει σε σαλπιγγίτιδα (ιδίως όταν οφείλεται σε γονόκοκκο ή χλαμύδια).
Για την πρόληψη συνιστώνται ο τακτικός γυναικολογικός έλεγχος, το Τεστ Παπανικολάου και η καλλιέργεια κολπικού υγρού.
Η αγωγή εξαρτάται από το αίτιο:
- Αν η φλεγμονή οφείλεται σε τραυματισμό (π.χ. μετά τον τοκετό), συνήθως δεν χρειάζεται θεραπεία.
- Αν πρόκειται για λοίμωξη ή σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα, χορηγείται η κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή, όπως αντιβιοτικά από το στόμα ή κολπικά υπόθετα.
- Αν ευθύνεται ο ιός των ανθρωπίνων θηλωμάτων (HPV), μπορεί αρχικά να απαιτείται απλώς παρακολούθηση, ενώ σε πιο προχωρημένα στάδια εφαρμόζονται θεραπείες όπως ηλεκτροδιαθερμία ή laser.
- Στην περίπτωση έρπητα των γεννητικών οργάνων, συνιστάται αντιική θεραπεία.
Με την έγκαιρη διάγνωση και την κατάλληλη αγωγή, η τραχηλίτιδα μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά και χωρίς επιπλοκές.